Σε τροχιά ανάπτυξης, αλλά με εμφανή περιθώρια επιτάχυνσης, κινείται η αγορά αντλιών θερμότητας στην Ελλάδα, την ώρα που η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θέτει τον πήχη ψηλά: 60 εκατομμύρια εγκαταστάσεις έως το 2030 και πλήρης απανθρακοποίηση της θέρμανσης στα κτίρια. Η τεχνολογία που μέχρι πρότινος θεωρούνταν «ανερχόμενη» εξελίσσεται πλέον σε στρατηγικό εργαλείο της πράσινης μετάβασης, με την επιτυχία της να εξαρτάται από την ικανότητα κάθε κράτους-μέλους να ξεπεράσει γραφειοκρατικά, τεχνικά και χρηματοδοτικά εμπόδια και να ενισχύσει την εγχώρια παραγωγική βάση.

Η Ελλάδα ακολουθεί τις ευρωπαϊκές εξελίξεις, αν και με βραδύτερους ρυθμούς σε σχέση με τις χώρες της πρώτης γραμμής. Σύμφωνα με τη μελέτη του Ινστιτούτου Ενέργειας Νοτιοανατολικής Ευρώπης (ΙΕΝΕ), στη χώρα λειτουργούν ήδη πάνω από 400.000 αντλίες θερμότητας, με μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης 10% την τελευταία πενταετία. Η πιο πρόσφατη απογραφή της ΕΛΣΤΑΤ (2021) αποτυπώνει σημαντική διείσδυση: το 15,7% των κατοικιών χρησιμοποιεί αντλία θερμότητας ως κύρια πηγή θέρμανσης, ενώ ένα επιπλέον 33,4% τη χρησιμοποιεί επικουρικά, είτε για παραγωγή ζεστού νερού χρήσης είτε για συμπληρωματική θερμική υποστήριξη σε συστήματα μικτής λειτουργίας.

Όπως σημείωσαν στελέχη της αγοράς στην Ειδική Ημερίδα (Workshop) που διοργάνωσε το Ινστιτούτο Ενέργειας ΝΑ Ευρώπης (ΙΕΝΕ) στο Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος (ΤΕΕ), η τεχνολογία ωριμάζει, οι εφαρμογές πολλαπλασιάζονται και το ενδιαφέρον αυξάνεται με την αγορά «να κερδίζει έδαφος». Ωστόσο, παραμένουν «αγκάθια» που φρενάρουν την πραγματικά μαζική διείσδυση — από την αβεβαιότητα στα χρηματοδοτικά εργαλεία και το κόστος εγκατάστασης έως την έλλειψη ενός σταθερού θεσμικού πλαισίου. Κομβικής σημασίας αναδεικνύεται η επάρκεια ανθρώπινου δυναμικού: τόσο ο ΙΕΝΕ όσο και η Ευρωπαϊκή Ένωση Αντλιών Θερμότητας (EHPA) επισημαίνουν την ανάγκη για άμεση επένδυση σε τεχνική κατάρτιση. Όπως χαρακτηριστικά υπογράμμισε η Mélanie Auvray της EHPA, η Ευρώπη χρειάζεται τουλάχιστον 340.000 εξειδικευμένους τεχνικούς ως το 2030 – υπερδιπλάσιο αριθμό από τους 170.000 που απασχολούνταν στον κλάδο το 2022. Αν δεν δημιουργηθεί άμεσα μηχανισμός εκπαίδευσης και πιστοποίησης, η αγορά «θα μείνει χωρίς χέρια», όπως τόνισε.

Η τεχνολογική ωριμότητα στην Ελλάδα δεν είναι απλώς μια διαπίστωση, αλλά τεκμηριώνεται μέσα από συγκεκριμένα παραδείγματα. Στη μελέτη του ΙΕΝΕ, καταγράφεται η εγκατάσταση αντλίας θερμότητας σε κτήριο γραφείων 420 τ.μ. στην Αθήνα, με υψηλές απαιτήσεις σε ψύξη και θέρμανση λόγω προσανατολισμού, ανθρώπινου δυναμικού και εξοπλισμού. Οι συνολικές θερμικές ανάγκες προσδιορίστηκαν σε 18,9 kW για θέρμανση και 27,84 kW για ψύξη, αποδεικνύοντας ότι ακόμη και σε μη ενεργειακά βελτιστοποιημένο κτίριο, η τεχνολογία μπορεί να αποδώσει αποτελεσματικά.

Σε δημοτικά κτίρια σε νησιά, η αντικατάσταση πετρελαιοκαύστων λεβήτων με ΑΘ οδήγησε σε μείωση κατανάλωσης κατά 40% και αποφυγή άνω των 30 τόνων CO₂ ανά εγκατάσταση. Σε ξενοδοχείο στην Κρήτη, η πλήρης κάλυψη των αναγκών μέσω αντλιών θερμότητας απέφερε απόσβεση σε λιγότερο από τέσσερα χρόνια, ενώ σε βιομηχανία τροφίμων η χρήση αντλίας υψηλής θερμοκρασίας αντί λέβητα ατμού μείωσε το λειτουργικό κόστος κατά 35%.

Το πρόγραμμα «Εξοικονομώ» εξακολουθεί να αποτελεί βασικό εργαλείο διάδοσης, ιδιαίτερα μέσα από την υποχρέωση αναβάθμισης κατά τουλάχιστον τρεις ενεργειακές κατηγορίες και την εξοικονόμηση πρωτογενούς ενέργειας άνω του 30% ανά κατοικία. Η δυνατότητα ένταξης υβριδικών λύσεων με φωτοβολταϊκά και ηλιακούς συλλέκτες προσδίδει ευελιξία και οικονομική απόδοση.

Απέναντι σε αυτή την ανοδική τάση, η Ελλάδα οφείλει να αντλήσει διδάγματα από τις χώρες-πρωτοπόρους. Η Γαλλία, η Γερμανία, η Ιταλία, η Πολωνία και οι σκανδιναβικές χώρες έχουν ήδη θεσμοθετήσει ισχυρές πολιτικές, παρέχοντας επιδοτήσεις, απλοποιήσεις και υποχρεώσεις εγκατάστασης. Σε πολλές περιπτώσεις, η διείσδυση έχει ξεπεράσει το 60%, ενώ σε χώρες όπως η Σουηδία και η Νορβηγία, αγγίζει ακόμη και το 90% του οικιακού αποθέματος.

Η εικόνα αυτή «κουμπώνει» απολύτως με τις ανησυχίες που εξέφρασε ο Rafael Martinez-Gordon του IEA, συγκρίνοντας την εξέλιξη των αντλιών θερμότητας με την πορεία των φωτοβολταϊκών: η Ευρώπη ξεκίνησε με ισχυρή καινοτομία, αλλά η Κίνα πήρε το προβάδισμα μέσα σε λιγότερο από μία δεκαετία. «Η τεχνολογική κούρσα έχει ξεκινήσει και δεν πρόκειται να περιμένει κανέναν», προειδοποίησε, αναφερόμενος στα δύο κρίσιμα μέτωπα καινοτομίας: τη λειτουργία των αντλιών σε ψυχρά κλίματα και τη μετάβαση σε φυσικά ψυκτικά υγρά με χαμηλό GWP, όπως το προπάνιο.

Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η παρέμβαση της Δρ. Ειρήνης Κορωνάκη από το ΕΜΠ, η οποία αναφέρθηκε στο ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο για τα φθοριούχα αέρια. Η συμμόρφωση με την Οδηγία 2024/573 της ΕΕ και οι στόχοι για απόσυρση ουσιών υψηλού GWP μετατρέπουν την τεχνολογική επιλογή σε ρυθμιστική αναγκαιότητα. Η ίδια υπογράμμισε την ανάγκη για σωστή εφαρμογή, με εκπαιδευμένους τεχνικούς και πιστοποιημένες μελέτες, αλλιώς η τεχνολογία κινδυνεύει να απαξιωθεί στην πράξη.

Η διπλή πρόκληση είναι πια σαφής: τεχνολογική πρόοδος και ανθρώπινο δυναμικό από τη μία, φορολογική και πολιτική σταθερότητα από την άλλη. Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν θα φτάσει, αλλά πόσο γρήγορα και πόσο προετοιμασμένη θα είναι όταν φτάσει.

Διαβάστε ακόμη