Η Greenpeace καταγγέλλει την εταιρεία εξόρυξης μετάλλων The Metals Company (TMC) για τις προσπάθειές της να παρακάμψει τους διεθνείς κανονισμούς και να προχωρήσει σε εξορύξεις βαθέων υδάτων, αγνοώντας τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις. Σύμφωνα με την περιβαλλοντική οργάνωση, η TMC επιχειρεί να εκμεταλλευτεί νομικά κενά προκειμένου να προχωρήσει σε εξόρυξη στον Ειρηνικό Ωκεανό, παρά τις ισχυρές αντιδράσεις της επιστημονικής κοινότητας, οργανώσεων και κυβερνήσεων.
Ακολουθεί η πλήρης ανακοίνωση της Greenpeace:
Η εταιρεία εξόρυξης μετάλλων The Metals Company (TMC) ανακοίνωσε ότι θα καταθέσει αίτηση για άδεια εξόρυξης βαθέων υδάτων με βάση εθνικούς κανονισμούς των ΗΠΑ σχετικά με την εξόρυξη από τη δεκαετία του 1980. Η ανακοίνωση αυτή ήρθε μία ημέρα πριν η αίτησή της για εμπορική εξόρυξη βαθέων υδάτων συζητηθεί στη Διάσκεψη της Διεθνούς Αρχής Θαλάσσιου Βυθού (ISA). Η εταιρεία γνώριζε ότι δεν θα έπαιρνε το πράσινο φως από την ISA, γι’ αυτό και προσπαθεί με κάθε τρόπο να μειώσει την απώλεια κέρδους της. Ενώ οδεύουμε προς την Τρίτη Διάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών για τους Ωκεανούς (UNOC3) τον Ιούνιο στη Γαλλία με σκοπό την ολοκλήρωση των απαραίτητων βημάτων για την ανακήρυξη του 30% των ωκεανών σε προστατευόμενες περιοχές, η The Metals Company παρακάμπτει τις διεθνείς συμφωνίες, αγνοεί την επιστήμη και αναζητά διέξοδο ώστε να προχωρήσει σε εξορύξεις μετάλλων από τα βάθη των ωκεανών.
Με άλλα λόγια, τα πιο άγνωστα, ευαίσθητα και ανεξερεύνητα κομμάτια του πλανήτη μας, για τα οποία γνωρίζουμε λιγότερα ακόμα και σε σχέση με τη σελήνη, απειλούνται πλέον από μεμονωμένες εταιρείες, την ώρα που το διεθνές πλαίσιο για τη διενέργεια εξορύξεων σε διεθνή βαθέα ύδατα βρίσκεται υπό διαπραγμάτευση και ενώ υπάρχουν ισχυρές πιέσεις από κράτη, επιστήμονες, εταιρείες, οργανώσεις και οργανισμούς για ένα διεθνές μορατόριουμ των εξορύξεων βαθέων υδάτων.
Η Louisa Casson, υπεύθυνη της εκστρατείας από τη διεθνή Greenpeace, δήλωσε:«Πρόκειται για ακόμα ένα αξιολύπητο τέχνασμα της The Metals Company που αποτελεί προσβολή για την παγκόσμια συνεργασία. Αποδεικνύει ότι ένα μορατόριουμ στις εξορύξεις βαθέων υδάτων είναι πιο επείγον από ποτέ. Επίσης δείχνει ότι το σχέδιο της εταιρείας ποτέ δεν επικεντρώθηκε στις λύσεις για την κλιματική καταστροφή που βιώνουμε. Όπως τόνισε η Greenpeace από το ξεκίνημα της Διάσκεψης της ISA, η The Metals Company είναι απελπισμένη και πλέον ενθαρρύνει την παραβίαση του εθιμικού παγκόσμιου δικαίου ανακοινώνοντας την πρόθεσή της να “σκάψει” τον θαλάσσιο βυθό σε διεθνή ύδατα μέσω του νόμου των ΗΠΑ, Deep Sea Hard Mineral Resources Act. Η κίνηση αυτή της εταιρείας έρχεται μετά από χρόνια συνεχούς πίεσης προς την ISA ώστε να αναγκάσει τις κυβερνήσεις να επιτρέψουν τις εξορύξεις στον βυθό σε διεθνή ύδατα. Πολλά κράτη, η κοινωνία των πολιτών, οι επιστήμονες, οι εταιρείες και οι αυτόχθονες πολίτες συνεχίζουν να αντιστέκονται. Ο διεθνής βυθός είναι η κοινή κληρονομιά της ανθρωπότητας και κανένας δεν πρέπει να αναλαμβάνει μονομερή δράση για την εκμετάλλευσή του. Ο Ειρηνικός ωκεανός δεν είναι ακίνητη περιουσία που μπορεί να αγοραστεί, να πουληθεί ή να κλαπεί».
Η Shiva Gounden, επικεφαλής του τμήματος Ειρηνικού της Greenpeace Australia Pacific, δήλωσε: «Η TMC δείχνει το πραγματικό της πρόσωπο – άπληστη, επικίνδυνη και απελπισμένη. Είναι απολύτως σαφές ότι η εταιρεία δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ για την οικονομική ευημερία ή τις θέσεις εργασίας για τους κατοίκους του Ναούρου, του Κιριμπάτι ή της Τόνγκα, ούτε για την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης. Αντίθετα, νοιάστηκε μόνο για ένα πράγμα: να γεμίσει τις τσέπες της με χρήματα σε βάρος της ζωής στον Ειρηνικό ωκεανό. Όμως, ο Ειρηνικός δεν είναι εμπόρευμα. Η TMC προσπαθεί να πιέσει και να χειραγωγήσει τις κυβερνήσεις του Ειρηνικού με την υπόσχεση ενός λαμπρότερου μέλλοντος».
Η καταστροφή που προκαλεί η πρακτική της εξόρυξης βαθέων υδάτων σταδιακά αποκαλύπτεται. Πριν λίγες μόλις ημέρες, μια καινούργια μελέτη από το Εθνικό Ωκεανογραφικό Κέντρο (NOC) του Ηνωμένου Βασιλείου αποκάλυψε τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις που έχει η εξόρυξη βαθέων υδάτων στη θάλασσα. Η μελέτη εστίασε σε μία περιοχή στον Βόρειο Ειρηνικό (στη Ζώνη Clarion–Clipperton, 5.000 μέτρα κάτω από την επιφάνεια του ωκεανού, μεταξύ Χαβάης και Μεξικού), όπου για πρώτη φορά διενεργήθηκαν δοκιμές εξόρυξης βαθέων υδάτων το 1979, και βρήκε ότι ακόμα και 44 χρόνια μετά την εξόρυξη, παρατηρούνται επιπτώσεις από την επιβλαβή αυτή πρακτική στο θαλάσσιο οικοσύστημα. Επίσης, η βιοποικιλότητα στο σημείο παραμένει χαμηλότερη από ό,τι σε κοντινές, ανέγγιχτες περιοχές.
Παράλληλα, στην ίδια περιοχή έγινε πρόσφατα η ανακάλυψη σχετικά με το “σκοτεινό” οξυγόνο. Εκεί, οι ερευνητές βρήκαν ότι οζίδια μετάλλων σε βάθος 5.000 μέτρων παρήγαγαν οξυγόνο χωρίς την παρουσία φωτός, κάτι που αναιρεί όλα όσα γνωρίζαμε ως τώρα για την παραγωγή οξυγόνου και χρειάζεται να ερευνηθεί αναλυτικά από την επιστήμη. Πρέπει λοιπόν να μπει άμεσα φρένο σε αυτή την απερίσκεπτη σπατάλη των θαλάσσιων πόρων με αποκλειστικό στόχο το κέρδος, συνυπολογίζοντας την προστασία της θαλάσσιας ζωής και όλων όσων εξαρτώνται από τη θάλασσα για την επιβίωσή τους. Σε μια εποχή που η κλιματική αλλαγή και οι επιπτώσεις της σε υγεία, οικονομία, κοινωνία και περιβάλλον διογκώνονται πέρα από κάθε προσδοκία και πρόβλεψη, που η προστασία της βιοποικιλότητας και των θαλάσσιων οικοσυστημάτων αναγνωρίζεται ως το κλειδί για τη μείωση και συγκράτηση των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής, κάθε σχέδιο που απειλεί τη θαλάσσια ζωή – και μάλιστα τα πιο ευαίσθητα οικοσυστήματα – θα έχει απρόβλεπτες και μη αναστρέψιμες συνέπειες. Κάθε σχέδιο για εξορύξεις βαθέων υδάτων αποτελεί θρίαμβο της απληστίας και απειλή για τις θάλασσες, και πρέπει να σταματήσει.
Διαβάστε ακόμη