Για δεύτερο διαδοχικό μήνα, η Αθήνα καταγράφει αύξηση στις τιμές του φυσικού αερίου, εντασσόμενη σε μια περιορισμένη ομάδα ευρωπαϊκών πρωτευουσών που κινούνται αντίρροπα προς τη γενική ευρωπαϊκή τάση σταθεροποίησης ή ήπιων μειώσεων. Την ίδια στιγμή, η ηλεκτρική ενέργεια καταγράφει πανευρωπαϊκά μια μέση μείωση της τάξης του 1%, υποδηλώνοντας τάσεις αποκλιμάκωσης για πρώτη φορά μετά από τέσσερις συνεχόμενους μήνες ανόδου, ενώ η ελληνική πρωτεύουσα διατήρησε μεν τις τιμές της αμετάβλητες, αλλά υψηλότερες από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο.

Η νέα έκθεση HEPI (Household Energy Price Index) για τον Μάρτιο του 2025, καταγράφει τις μεταβολές στις λιανικές τιμές ρεύματος και φυσικού αερίου σε 33 ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Τα ευρήματα θέτουν την Ελλάδα μεταξύ των χωρών όπου το φυσικό αέριο ανατιμήθηκε, σε αντίθεση με τη γενικότερη ευρωπαϊκή τάση, και την τοποθετούν σε μια μεσαία αλλά ανησυχητική κατηγορία σταθερότητας με σχετικά υψηλές τιμές ρεύματος.

Η τιμή του φυσικού αερίου για τα νοικοκυριά στην Αθήνα αυξήθηκε κατά 2% σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα, σύμφωνα με το HEPI. Αν και η μεταβολή είναι μέτρια, η Αθήνα συγκαταλέγεται μεταξύ των οκτώ πρωτευουσών όπου παρατηρήθηκε άνοδος – μαζί με Βρυξέλλες, Παρίσι, Ρίγα, Σόφια, Ρώμη, Βιέννη και Λονδίνο. Η μεγαλύτερη αύξηση καταγράφηκε στη Ρώμη (+4%), ακολουθούμενη από μια γενικευμένη ήπια άνοδο στις υπόλοιπες.

Σε απόλυτους αριθμούς, η μέση τιμή φυσικού αερίου στην ΕΕ τον Μάρτιο του 2025 έφτασε τα 11,27 c€/kWh, ενώ η Ελλάδα κινείται κοντά στον μέσο όρο, χωρίς να ανήκει ούτε στους πιο ακριβούς, ούτε στους πιο φτηνούς παίκτες της αγοράς. Όμως, εάν ληφθεί υπόψη η αγοραστική δύναμη (PPS), τότε η Αθήνα αποδεικνύεται πιο ακριβή απ’ ό,τι φαίνεται σε ονομαστικούς όρους, ιδιαίτερα σε σύγκριση με πρωτεύουσες όπως το Βουκουρέστι, η Βουδαπέστη και το Ζάγκρεμπ.

Αξίζει να σημειωθεί πως το 52% της τελικής τιμής φυσικού αερίου στην Ε.Ε. προκύπτει από την καθαρή ενέργεια (commodity), ενώ το υπόλοιπο αφορά δίκτυα (23%), φόρους (10%) και ΦΠΑ (16%). Το ποσοστό αυτό σημαίνει ότι σχεδόν ο μισός λογαριασμός καθορίζεται από μη ανταγωνιστικά, ρυθμιζόμενα κόστη – ένα κρίσιμο σημείο παρέμβασης για τις εθνικές αρχές.

Ρεύμα: Οι Ευρωπαίοι παίρνουν ανάσα

Ενώ το φυσικό αέριο ανεβαίνει στην Αθήνα, η αγορά ηλεκτρικής ενέργειας παρουσιάζει στασιμότητα. Και αυτό, τη στιγμή που ο μέσος όρος στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες μειώθηκε κατά 1% τον Μάρτιο, βάζοντας φρένο στην τετράμηνη ανοδική πορεία που είχε ξεκινήσει τον Νοέμβριο του 2024.

Η Ελλάδα δεν βρίσκεται μεταξύ των πρωτευουσών με αξιοσημείωτες μεταβολές. Ούτε στις αυξήσεις (όπως η Λιουμπλιάνα με +6% λόγω λήξης του πλαφόν τιμών), ούτε στις μειώσεις (όπως το Όσλο με -17%, η Ταλίν με -11% και η Βίλνιους με -9%). Η απουσία αυτή δείχνει μια βραχυπρόθεσμη σταθερότητα, όμως το ερώτημα παραμένει αν πρόκειται για τεχνητή ηρεμία ή προανάκρουσμα νέων πιέσεων.

Η τελική τιμή ηλεκτρικού ρεύματος στην Αθήνα διατηρείται άνω του μέσου ευρωπαϊκού όρου (25,40 c€/kWh), γεγονός που τοποθετεί την Ελλάδα στη 12η-14η θέση των ακριβότερων αγορών στην Ευρώπη, κοντά σε πόλεις όπως το Παρίσι, η Ρώμη και η Μαδρίτη, αλλά κάτω από τα επίπεδα της Κοπεγχάγης, του Βερολίνου και των Βρυξελλών που συνεχίζουν να είναι οι πιο ακριβές πρωτεύουσες.

Επιπλέον, η αναγωγή των τιμών σε PPS δείχνει πως η Ελλάδα πληρώνει πάνω από την αξία της, δηλαδή η τιμή σε σχέση με τη γενική αγοραστική δύναμη του μέσου νοικοκυριού είναι υψηλότερη από την αναμενόμενη. Αντίθετα, πόλεις όπως το Όσλο, η Βαλέτα και η Βουδαπέστη έχουν ιδιαίτερα φτηνές τιμές όταν εξεταστούν με βάση το PPS.

Αξιοσημείωτο είναι ότι η διαφορά ανάμεσα σε σταθερά και μεταβλητά τιμολόγια ηλεκτρικής ενέργειας έχει μειωθεί. Τα σταθερά τιμολόγια τον Μάρτιο ανήλθαν σε 30,88 c€/kWh, μόλις 0,81 c€/kWh ακριβότερα από τα μεταβλητά. Σε έξι από τις 15 χώρες της ευρωζώνης, τα σταθερά τιμολόγια είναι φθηνότερα – ένδειξη ότι οι αγορές αρχίζουν να σταθεροποιούνται, αν και ο κίνδυνος των διακυμάνσεων δεν έχει εξαφανιστεί.

Συνολικά, η ευρωπαϊκή αγορά ενέργειας παρουσιάζει σημάδια ομαλοποίησης, χωρίς όμως να λείπουν οι τοπικές εξάρσεις. Η εξάρτηση από τις καιρικές συνθήκες, την παραγωγή ΑΠΕ και τις διεθνείς τιμές φυσικού αερίου συνεχίζει να δημιουργεί εύθραυστες ισορροπίες. Σύμφωνα με τον δείκτη HEPI, η Ελλάδα βρίσκεται σε ένα ενδιάμεσο σημείο: όχι στις χειρότερες θέσεις, αλλά και μακριά από τις πιο φιλικές προς τον καταναλωτή αγορές.

Διαβάστε ακόμη