«Κόκκινο συναγερμό» για τα κυμαινόμενα τιμολόγια ρεύματος τον Δεκέμβριο, δηλαδή τα «πράσινα» (στα οποία βρίσκεται η συντριπτική πλειονότητα των νοικοκυριών) και τα περισσότερα «κίτρινα», αλλά και τα τιμολόγια των περισσότερων επιχειρήσεων σημαίνει το ράλι των χονδρεμπορικών τιμών στο γεωγραφικό τόξο Ελλάδας-Βουλγαρίας-Ουγγαρίας-Ρουμανίας. Από την αρχή της εβδομάδας καταγράφεται απότομη άνοδος των τιμών στα Χρηματιστήρια Ενέργειας της περιοχής, με τη μέση τιμή στην αγορά της Ελλάδας να αγγίζει σήμερα (Τετάρτη 13 Νοεμβρίου) τα 230 ευρώ/MWh, ενώ την προηγούμενη εβδομάδα κυμαινόταν κοντά στα 100 ευρώ/MWh.

Ως αποτέλεσμα, η μέση χονδρεμπορική τιμή για τις πρώτες 13 ημέρες του Νοεμβρίου διαμορφώνεται στα 130 ευρώ/MWh, ενώ ο Οκτώβριος είχε κλείσει στα 90 ευρώ/MWh. Κάτι που σημαίνει ότι εάν δεν υπάρξει ανατροπή του σκηνικού το αμέσως επόμενο διάστημα, είναι ορατό το ενδεχόμενο ο Νοέμβριος να κλείσει σε αισθητά υψηλότερα επίπεδα από τον προηγούμενο μήνα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τα τιμολόγια λιανικής νοικοκυριών και επιχειρήσεων που είναι «διασυνδεδεμένα» με τις χονδρεμπορικές τιμές. Είναι ενδεικτικό ότι τα προθεσμιακά συμβόλαια στην παρούσα φάση δείχνουν τιμές λίγο κάτω από τα 120 ευρώ/MWh για τον μήνα που διανύουμε. Εάν τα μηνύματα που στέλνουν αποδειχθούν ακριβή, τότε προϊδεάζουν για μεγάλες αυξήσεις στα πράσινα και κίτρινα τιμολόγια τον επόμενο μήνα που ενδεχομένως οι πάροχοι να επιχειρήσουν να αμβλύνουν μέσω εκπτώσεων. Εκτός του «κάδρου» των ανοδικών πιέσεων μένουν τα σταθερά μπλε τιμολόγια.

Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι ότι μαζί με τις υψηλές πτήσεις στα Χρηματιστήρια Ενέργειας, επανεμφανίστηκαν οι μεγάλες ενδοημερήσιες διακυμάνσεις των τιμών, με τη διαμόρφωση ακραία υψηλών τιμών τις απογευματινές ώρες (καθώς η ημέρα έχει μικρύνει), όταν βγαίνει από την εξίσωση η φωτοβολταϊκή παραγωγή. Είναι ενδεικτικό ότι σήμερα στην Ελλάδα η μέγιστη τιμή -στις 16.00 το απόγευμα- προσεγγίζει τα 600 ευρώ/MWh (579 ευρώ/MWh), κάνοντας αλλεπάλληλα άλματα, αφού την Τρίτη είχε διαμορφωθεί στα 499 ευρώ/ ΜWh και τη Δευτέρα στα 435 ευρώ/MWh, ενώ την προηγούμενη εβδομάδα τα μέγιστα επίπεδα τιμών κυμαίνονταν στα 150-200 ευρώ/ ΜWh.

Τα Βαλκάνια φλέγονται

Αντίστοιχη είναι η εικόνα που εμφανίζεται σε Βουλγαρία και Ρουμανία -όπου η μέση χονδρεμπορική τιμή σήμερα εκτοξεύεται στα 320,35 ευρώ/ΜWh-, ενώ τα σκήπτρα της ακριβότερης χονδρεμπορικής αγοράς στην Ευρώπη διατηρεί τις τελευταίες ημέρες η Ουγγαρία, όπου η μέση τιμή διαμορφώνεται για σήμερα στις 355,32 ευρώ/MWh, οι δε μέγιστες τιμές -αναλόγως με την περίπτωση- εκτοξεύονται στα 700-800 ευρώ/MWh.

Στο επίκεντρο της ανοδικής τάσης, δηλαδή, βρίσκεται  ο «άξονας» όπου εκδηλώθηκε η μίνι περιφερειακής κρίσης τιμών του καλοκαιριού που οδήγησε σε «ετήσια αύξηση της τιμής του ρεύματος στην Ελλάδα κατά 10%,  χωρίς αντίστοιχη αύξηση του κόστους ενέργειας», όπως είχε δηλώσει ο Υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Θόδωρος Σκυλακάκης στο Συμβούλιο των Υπουργών Ενέργειας τον Οκτώβριο.

Το τοξικό “κοκτέιλ” πίσω από την αύξηση των τιμών

Κρίση που όπως είχε προειδοποιήσει ο κ. Σκυλακάκης έφερε διαρθρωτικά χαρακτηριστικά και απειλούσε να αναζωπυρωθεί τον χειμώνα, υπό ορισμένες προϋποθέσεις. Και οι φόβοι του Έλληνα Υπουργού ΠΕΝ φαίνεται να επιβεβαιώνονται, καθώς συνέτρεξαν οι προϋποθέσεις για νέο ράλι τιμών στην ευάλωτη περιοχή της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, με τον περιορισμένο αριθμό διασυνδέσεων  και τη μη βέλτιστη αξιοποίηση της μεταφορικής ικανότητας των διασυνδέσεων αυτών.  Όπως επισημαίνουν παράγοντες της αγοράς, πίσω από τη νέα εκτόξευση των τιμών κρύβεται ο συνδυασμός της πτώσης των θερμοκρασιών στην περιοχή -που έφερε όπως ήταν αναμενόμενο αύξηση της ζήτησης για ηλεκτρισμό- μαζί με το λεγόμενο  “Dunkelflaute”, μια γερμανική λέξη που τείνει να εδραιωθεί στην αργκό του ενεργειακού κλάδου και σημαίνει ταυτόχρονη έλλειψη ηλιοφάνειας και ανέμων. Μια συνθήκη που «μεταφράζεται» σε ταυτόχρονη μείωση της αιολικής και φωτοβολταϊκής παραγωγής και επακόλουθη αύξηση της παραγωγής των ακριβότερων θερμικών μονάδων, ιδίως σε χώρες όπως η Ελλάδα που δεν διαθέτουν πυρηνικά στο μείγμα της ηλεκτροπαραγωγής ενώ οι υδροηλεκτρικές «εφεδρείες» είναι περιορισμένες, λόγω της παρατεταμένης ανομβρίας της προηγούμενης περιόδου. Είναι ενδεικτικό ότι για σήμερα στο μείγμα της ηλεκτροπαραγωγής στην Ελλάδα, η ηλεκτροπαραγωγή από συμβατικές μονάδες αγγίζει το 73% (φυσικό αέριο 55,92%, λιγνίτης 14,48%, ντιζελομονάδες στην Κρήτη 2,39%), με το ποσοστό των ΑΠΕ (14,70%), να είναι ελάχιστα υψηλότερο από αυτό του λιγνίτη!

Εάν σε όλα αυτά  προστεθεί και η αύξηση της τιμής του φυσικού αερίου στον κόμβο ΤΤF της  Ολλανδίας στα υψηλότερα επίπεδα από τον Δεκέμβριο του 2023 (44 ευρώ/ΜWh) σε μια περίοδο που η ζήτηση για φυσικό αέριο εμφανίζεται αυξημένη, αλλά και η προοπτική αύξησης των εξαγωγών ηλεκτρισμού προς την Ουκρανία για την οποία έχει αναληφθεί δέσμευση σε κεντρικό ευρωπαϊκό επίπεδο (αλλά το βάρος θα κληθούν να επωμιστούν κατά τα φαινόμενα οι χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης), τότε προκύπτει ένα τοξικό «κοκτέιλ» που εγκυμονεί ανησυχία για το αμέσως επόμενο διάστημα. Και τούτο διότι, όπως σημειώνουν παράγοντες της αγοράς, όταν παρατηρούνται υψηλές τιμές για παρατεταμένες περιόδους, αυτό στέλνει «σήμα» στους traders να τοποθετηθούν σε προθεσμιακά συμβόλαια για να «κλειδώσουν» τιμές, με αποτέλεσμα η υψηλή ζήτηση και οι αυξητικές πιέσεις να συντηρούνται και να διαχέονται πέρα από τις spot αγορές.

Ανησυχία για επαναλαμβανόμενες περιφερειακές κρίσεις

Δεν είναι τυχαίο ότι τον κώδωνα του κινδύνου για διατήρηση της πίεσης στις αγορές ηλεκτρισμού της Κεντρικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης έκρουσε σε ανάλυση του και το think tank ICIS, που εκτιμά ότι η κρίση του καλοκαιριού στην περιοχή δεν ήταν «μαύρος κύκνος», αλλά ένα φαινόμενο που κατά πάσα πιθανότητα θα επαναληφθεί, Τονίζει δε ότι καθώς οι μονάδες άνθρακα της Πολωνίας και της Γερμανίας αποσύρονται με ταχύτερους ρυθμούς σε σχέση με τους ρυθμούς προσθήκης νέων μονάδων βάσης (φυσικού αερίου) και δεν έχει αναπτυχθεί ακόμη αρκετή αποθηκευτική ικανότητα ώστε να αξιοποιηθεί η στοχαστική παραγωγή των ΑΠΕ για την κάλυψη του κενού, η περιοχή δεν μπορεί να στηριχθεί σε αυξημένες εισαγωγές από τις δυο αυτές χώρες.

Σύμφωνα με το ICIS, η περιοχή πρέπει να λάβει μέτρα για να μειώσει τις περιπτώσεις εκδήλωσης αλμάτων τιμών, προτείνοντας μεταξύ άλλων το «χτίσιμο» μεγαλύτερης δυναμικότητας σε μονάδες φυσικού αερίου και μπαταρίες μεγάλης διάρκειας, ενώ μεταξύ των «λύσεων» που προτείνει το ICIS είναι και η μείωση της ζήτησης, χωρίς να διευκρινίζει με ποιον τρόπο μπορεί να επέλθει.

Οι κινήσεις της Ελλάδας, τι ζητά από τις Βρυξέλλες

Όλα αυτά όμως είναι μέτρα μακράς πνοής, ενώ ο κίνδυνος εκδήλωσης νέας κρίσης -και περαιτέρω επιβάρυνσης των καταναλωτών στις χώρες αυτές- είναι άμεσος. Έχοντας κατά νου αυτή ακριβώς την προοπτική, η πολιτική ηγεσία του ΥΠΕΝ σε συνεργασία με τα Υπουργεία Ενέργειας Βουλγαρίας και Ρουμανίας έχει κινητοποιηθεί ήδη από το καλοκαίρι, ζητώντας από την Κομισιόν αφενός εκτενή διερεύνηση των αιτίων του φαινομένου, αφετέρου τη λήψη έκτακτων μέτρων αμέσου δράσης, με κυριότερο την επαναφορά του μηχανισμού ανάκτησης των υπερεσόδων των παραγωγών από τις χονδρεμπορικές αγορές σε περίπτωση αλμάτων τιμών, μια προοπτική πάντως που δεν φαίνεται να αντιμετωπίζεται θερμά από τις Βρυξέλλες που βρίσκεται ωστόσο σε περίοδο μετάβασης.

Την ίδια στιγμή, με πρωτοβουλία του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη το θέμα διατηρείται ψηλά στην ευρωπαϊκή ατζέντα και σε ανώτερο πολιτικό επίπεδο. Η Αθήνα διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην συμπερίληψη αναφοράς  στο ανακοινωθέν της άτυπης Συνόδου της Βουδαπέστης (στο τέλος της προηγούμενης εβδομάδας)  περί «λήψης έκτακτων μέτρων για να αντιμετωπιστεί η κατάσταση που προκύπτει από τις υψηλές και ευμετάβλητες τιμές ηλεκτρισμού στην Ευρώπη και τα αίτια που τις προκαλούν». Ο κ. Μητσοτάκης χαρακτήρισε εξαιρετικά θετικό γεγονός την αναφορά «στις στρεβλώσεις στις τιμές της αγοράς ενέργειας που πρέπει να αντιμετωπιστούν με τρόπο κατεπείγοντα». Απομένει να φανεί εάν αυτή η αναφορά θα μετουσιωθεί σε συγκεκριμένες δράσεις το αμέσως επόμενο διάστημα- και ποιες θα είναι αυτές…

Διαβάστε ακόμη