Το συνέδριο «Geopolitics, Connectivity and Energy Security: An Athens Conversation», που έλαβε χώρα τη Δευτέρα στο ΚΠΙΣΝ, αποτέλεσε μια καλή ευκαιρία συζήτησης για ζητήματα που βρίσκονται διαρκώς στο επίκεντρο, αλλά ακόμη περισσότερο αυτήν την περίοδο. Αυτά τα ζητήματα είναι η σημασία της ενεργειακής ασφάλειας και της διασυνδεσιμότητας, αλλά κυρίως η αλληλένδετη σχέση γεωπολιτικής και ενέργειας. Το συνέδριο, το οποίο οργανώθηκε από το German Marshall Fund των Ηνωμένων Πολιτειών (GMF), σε συνεργασία με τη ΔΕΗ και το Κέντρο Στρατηγικών και Διεθνών Σπουδών (CSIS), έφερε κοντά ειδήμονες από όλο το πολιτικό φάσμα.
Μεταξύ αυτών που βρέθηκαν στο ΚΠΙΣΝ ήταν ο Max Bergmann από το CSIS, ο James Carafano, ανώτερο στέλεχος του The Heritage Foundation, o Charles Kupchan από το Council of Foreign Relations, o Peter Hough από το Hudson Institute, αλλά και ο Adrian Kondaszewski από το Υπουργείο Κλίματος και Περιβάλλοντος της Πολωνίας, ο Tomas-Anker Christensen, σύμβουλος του Επιτρόπου Ενέργειας, Νταν Γιόργκενσεν, και ο Έλληνας υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Νίκος Τσάφος.
Συνέδρια όπως το χθεσινό μπορούν να προάγουν τη συζήτηση για τα μεγάλα ενεργειακά και διπλωματικά ζητήματα της τρέχουσας περιόδου, καθώς και να αποτελέσουν έναυσμα για τη συνεργασία μεταξύ των εμπλεκόμενων «παικτών», σε μια εποχή που η διεθνής συνεργασία είναι αναγκαία όσο ποτέ. Στη συνεργασία και στις επιχειρηματικές ευκαιρίες μεταξύ Ευρώπης και Ηνωμένων Πολιτειών στους κλάδους της ενέργειας και της τεχνολογίας μέσα στο νέο, γρήγορα μεταβαλλόμενο, γεωπολιτικό και οικονομικό τοπίο, εστίασε και ο Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος του Ομίλου ΔΕΗ, κ. Γεώργιος Στάσσης, κατά την κεντρική ομιλία του στη διάρκεια του συνεδρίου.
Σημειώνεται πως το German Marshall Fund των Ηνωμένων Πολιτειών (GMF) είναι ένας μη κομματικός οργανισμός πολιτικής που ιδρύθηκε το 1972 με στόχο την ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ευρώπης. Εμπνευσμένο από το Σχέδιο Μάρσαλ, το GMF προωθεί τη διατλαντική συνεργασία σε θέματα δημοκρατίας, ασφάλειας, οικονομίας και τεχνολογίας, μέσω ερευνών, συζητήσεων πολιτικής και ανταλλαγών ηγετικών στελεχών. Με γραφεία σε επτά ευρωπαϊκές πόλεις και την Ουάσινγκτον, λειτουργεί ως γέφυρα διαλόγου μεταξύ κυβερνήσεων, επιχειρήσεων και κοινωνίας των πολιτών, ενισχύοντας τη σταθερότητα και τις δημοκρατικές αξίες στις δύο πλευρές του Ατλαντικού.