«Το ερώτημα δεν είναι αν υπάρχει γεωθερμικό δυναμικό. Είναι αν η Ελλάδα μπορεί – και θέλει – να το αξιοποιήσει». Αυτό αναφέρουν πηγές της αγοράς σχολιάζοντας πως η γεωθερμία στην χώρα παραμένει σε εμβρυακό στάδιο ανάπτυξης, στερούμενη ουσιαστικής προόδου παρά τις υποσχόμενες προοπτικές της για την ενεργειακή μετάβαση. Αν και οι πρώτες ερευνητικές προσπάθειες ξεκίνησαν ήδη από τη δεκαετία του 1970, η αξιοποίησή της καθυστερεί. Η χώρα διαθέτει ευνοϊκή γεωλογία, αλλά τα έργα μένουν στα χαρτιά. Και όπως σχολιάζουν κύκλοι του ΕΑΓΜΕ, «το πρόβλημα δεν είναι πια τεχνικό».
Στο εσωτερικό της χώρας, το έργο των Θερμοκηπίων Θράκης στην Ξάνθη αποτελεί τη μοναδική εφαρμογή μεγάλης κλίμακας γεωθερμικής ενέργειας στην Ελλάδα, αποδεικνύοντας έμπρακτα ότι η γεωθερμία μπορεί να καλύψει με σταθερότητα, χαμηλό κόστος και μηδενικό ανθρακικό αποτύπωμα τις θερμικές ανάγκες της αγροδιατροφής. Σύμφωνα με την έκθεση «Geothermal in Industry and Agrifood» του Ευρωπαϊκού Γραφείου Γεωθερμίας (EGEC), η εγκατάσταση, που λειτουργεί από το 2014, θερμαίνει 18,5 εκτάρια υδροπονικών θερμοκηπίων μέσω άμεσης χρήσης γεωθερμικού ρευστού. Το ρευστό αυτό αντλείται από οκτώ γεωτρήσεις, με βάθος μεταξύ 210 και 330 μέτρων, και θερμοκρασίες που κυμαίνονται από 60 έως 70 βαθμούς Κελσίου. Η ισχύς του συστήματος φτάνει τα 14,64 MWth, ενώ η ετήσια προσφερόμενη θερμική ενέργεια ανέρχεται σε 45,8 GWhth, καλύπτοντας πλήρως τις ανάγκες της καλλιέργειας.
Η παραγωγή επικεντρώνεται σε ντομάτες και αγγούρια, με την ετήσια απόδοση να φτάνει τους 600 τόνους ντομάτας και τους 1.000 τόνους αγγουριού. Η σταθερή θερμοκρασία καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους προσφέρει ενεργειακή ασφάλεια και οικονομικό πλεονέκτημα, ενισχύοντας τη βιωσιμότητα της επιχείρησης και τη μακροπρόθεσμη ανταγωνιστικότητα του προϊόντος.
Το έργο ξεκίνησε με επένδυση ύψους 14,66 εκατομμυρίων ευρώ, ωστόσο δεν σταμάτησε εκεί. Η εταιρεία προχωρά ήδη στη δεύτερη φάση ανάπτυξης, η οποία περιλαμβάνει την εγκατάσταση νέας γεώτρησης στη γεωθερμική περιοχή της Νέας Κεσσάνης και την επέκταση των θερμοκηπίων κατά επιπλέον 13 εκτάρια. Η νέα φάση φέρνει αύξηση της θερμικής ισχύος κατά 12 MWth και συνοδεύεται από νέα επένδυση 12,6 εκατ. ευρώ, με πρόβλεψη δημιουργίας 90 νέων θέσεων εργασίας στην περιοχή.
Η έκθεση του EGEC αναγνωρίζει τα Θερμοκήπια Θράκης ως παράδειγμα καλής πρακτικής για τη Νοτιοανατολική Ευρώπη, σημειώνοντας ότι το έργο μπορεί να λειτουργήσει ως πρότυπο για άλλες περιοχές της Ελλάδας με ανάλογο γεωλογικό δυναμικό. Σε μια χώρα όπου η γεωθερμία παραμένει δραματικά υποεκμεταλλευμένη, το εγχείρημα στη Θράκη αποδεικνύει ότι με τεχνική επάρκεια, κατάλληλη αδειοδότηση και συνεχή στρατηγική υποστήριξη, η ενέργεια από τα βάθη της γης μπορεί να μετατραπεί σε ατμομηχανή τοπικής ανάπτυξης και πράσινης παραγωγής.
Η πραγματικότητα όμως δείχνει ότι τέτοια παραδείγματα παραμένουν μοναχικές νησίδες μέσα σε ένα τοπίο που κινείται με πιο αργές ταχύτητες. Όπως επισημαίνουν κύκλοι του ΕΑΓΜΕ, τα μεγαλύτερα εμπόδια σήμερα είναι το διοικητικό κόστος, η απουσία μηχανισμών διαχείρισης ρίσκου και οι ατελείωτοι χρόνοι αδειοδότησης, που συχνά ξεπερνούν τα 8–10 χρόνια. Την ίδια ώρα, το 80% του συνολικού κόστους εγκατάστασης γεωθερμικής μονάδας ηλεκτροπαραγωγής αφορά τις γεωτρήσεις και τον εξοπλισμό, με το κόστος παραγωγής να κυμαίνεται από 40 έως και 240 USD/MWh — δηλαδή υψηλότερο από πολλές εναλλακτικές ΑΠΕ, όπως η ηλιακή και η αιολική.
Επίσης, δεν είναι λίγες οι επενδύσεις που μένουν πίσω λόγω τοπικών αντιδράσεων. «Στη Μήλο, η γεωθερμική ηλεκτροπαραγωγή παραμένει ανεκμετάλλευτη, καθώς οι τοπικές αντιδράσεις που ριζώνουν στο παρελθόν σκοντάφτουν πάνω στην απουσία ενός συνεκτικού κρατικού σχεδίου. Αντιθέτως, σε περιοχές όπως οι Μολάοι και η Λέσβος, καταγράφεται νέο δυναμικό», λένε πηγές. Ιδιαίτερα στη Στύψη της Λέσβου, οι πρόσφατες έρευνες δείχνουν σημαντικές δυνατότητες, με τη ΔΕΗ Ανανεώσιμες να κατέχει τέσσερις άδειες έρευνας και εκμετάλλευσης σε Μήλο, Νίσυρο, Μέθανα και Λέσβο, και να σχεδιάζει την εγκατάσταση σταθμού ισχύος 8 MW. Όπως εξηγούν άνθρωποι της αγοράς, πρόκειται για «μία κρίσιμη βάση για να αποκτήσει η γεωθερμία ρόλο στα μη διασυνδεδεμένα νησιά».
Σε παγκόσμιο επίπεδο, οι προοπτικές είναι εντυπωσιακές. Ο IEA εκτιμά πως η γεωθερμία μπορεί να καλύψει έως και το 15% της αύξησης της παγκόσμιας ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας έως το 2050, με περίπου 800 GW εγκατεστημένης ισχύος. Παράλληλα, το δυναμικό για θέρμανση σε βιομηχανία και κατοικίες είναι τεράστιο, ειδικά με την είσοδο νέων τεχνολογιών, όπως τα Enhanced Geothermal Systems (EGS) και τα κλειστά κυκλώματα (closed-loop). Αυτές υπόσχονται μείωση κόστους έως και 80% μέχρι το 2035, καθιστώντας το κόστος παραγωγής γεωθερμικής ενέργειας ανταγωνιστικό ακόμη και στα 50 USD/MWh.
Πράγματι, όπως επισημαίνει η έκθεση άλλες ευρωπαϊκές χώρες αξιοποιούν το υπέδαφός τους με γεωπολιτική διορατικότητα και βιομηχανική στρατηγική, μετατρέποντας τη γεωθερμία από φυσικό απόθεμα σε εργαλείο αυτάρκειας και καινοτομίας. Η Ιταλία αποτελεί διαχρονικά τη ληξιαρχική πράξη γέννησης της γεωθερμικής ενέργειας, καθώς στο Λαρντερέλο της Τοσκάνης λειτούργησε ήδη από το 1913 το πρώτο εργοστάσιο γεωθερμικής ηλεκτροπαραγωγής παγκοσμίως. Σήμερα, η χώρα διαθέτει εγκατεστημένη ισχύ 916 MW και καλύπτει περίπου το 1,7% της ετήσιας ηλεκτροπαραγωγής της από γεωθερμικές μονάδες. Η γεωθερμία ενσωματώνεται πλήρως στο εθνικό ενεργειακό σύστημα, με τη δημόσια επιχείρηση ENEL Green Power να επενδύει σε αναβαθμίσεις τεχνολογίας κλειστού βρόγχου και επαναφόρτισης γεωθερμικών πεδίων.
Στην Ισλανδία, η γεωθερμία αποτελεί πυλώνα της καθημερινής ζωής και της πολιτικής αυτάρκειας. Πάνω από το 90% των κατοικιών θερμαίνονται γεωθερμικά, ενώ περίπου το 30% της ηλεκτροπαραγωγής προέρχεται επίσης από γεωθερμικούς σταθμούς. Η δημόσια επιχείρηση Orkuveita Reykjavíkur διαχειρίζεται με υποδειγματικό τρόπο τα υπόγεια αποθέματα, επιτυγχάνοντας παράλληλα τη δημιουργία θέσεων εργασίας, τουριστικών καινοτομιών (όπως το Blue Lagoon) και πλήρους κοινωνικής αποδοχής.
Η Τουρκία έκανε ένα «γεωθερμικό άλμα» μέσα σε μόλις μία δεκαετία. Από μόλις 15 MW το 2008, ξεπέρασε τα 1.700 MW εγκατεστημένης ισχύος το 2023, κατακτώντας την τέταρτη θέση παγκοσμίως στην παραγωγή γεωθερμικής ηλεκτρικής ενέργειας. Οι μεγαλύτερες εγκαταστάσεις βρίσκονται στη δυτική Ανατολία, ενώ η χώρα συνδέει πλέον τη γεωθερμία με την αγροτική ανάπτυξη, τα θερμοκήπια και τα συστήματα τηλεθέρμανσης. Η κρατική στήριξη, μέσω της Turkish Geothermal Association και του προγράμματος εθνικής στρατηγικής έως το 2030, έχει λειτουργήσει καταλυτικά.
Η Γαλλία αποτελεί ηγέτιδα δύναμη στην αστική αξιοποίηση γεωθερμικής θερμότητας. Η λεκάνη του Παρισιού είναι η πιο ώριμη γεωθερμική περιοχή χαμηλής ενθαλπίας της Ευρώπης, με περισσότερα από 70 ενεργά γεωθερμικά πεδία να τροφοδοτούν συστήματα τηλεθέρμανσης σε αστικές και ημιαστικές περιοχές της Ιλ-ντε-Φρανς. Η στήριξη από την ADEME και το πρόγραμμα France 2030 προσφέρει μακροχρόνια συμβόλαια, χαμηλό ρίσκο και προβλέψιμα έσοδα για τους επενδυτές, καθιστώντας τη γεωθερμική θέρμανση πραγματικό εργαλείο ενεργειακής πολιτικής.
Στη Γερμανία, η συνεργασία μεταξύ της BASF και της αυστραλογερμανικής Vulcan Energy αποτελεί μια από τις πιο φιλόδοξες γεωθερμικές πρωτοβουλίες στην Ευρώπη. Το project αποσκοπεί στην παροχή 2.500 GWh θερμότητας ετησίως σε βιομηχανικές μονάδες και την ταυτόχρονη εξόρυξη λιθίου, απαραίτητου για την ευρωπαϊκή παραγωγή μπαταριών. Η θερμότητα, που προέρχεται από γεωτρήσεις βάθους έως και 5 χιλιομέτρων, μειώνει τις εκπομπές κατά 800.000 τόνους CO₂ τον χρόνο. Η πρωτοβουλία στηρίζεται από τα κρατίδια Rheinland-Pfalz και Baden-Württemberg, καθώς και από κοινοτικά χρηματοδοτικά εργαλεία της Ε.Ε.
Η Ολλανδία, τέλος, έχει ενσωματώσει τη γεωθερμία στη γεωργική της ταυτότητα. Πάνω από 30 γεωθερμικές εγκαταστάσεις θερμαίνουν θερμοκήπια σε περιοχές όπως το Westland και το IJsselmuiden. Στην τελευταία, μόνο μία εγκατάσταση έχει εξοικονομήσει πάνω από 9 εκατομμύρια κυβικά μέτρα φυσικού αερίου κάθε χρόνο, αντικαθιστώντας ώς και το 90% της χρήσης ορυκτών καυσίμων. Το σύστημα λειτουργεί σε θερμοκρασίες 74°C, από γεωτρήσεις 2 χιλιομέτρων, και υποστηρίζεται θεσμικά από τον Dutch Geothermal Innovation Program και το επενδυτικό ταμείο Energy Transition Fund Netherlands.
Πάντως, η γεωθερμική ενέργεια δεν είναι μια μακρινή υπόσχεση, αλλά μια πραγματική, ώριμη και διαθέσιμη λύση για τη βιώσιμη ανάπτυξη, την ενεργειακή αυτάρκεια και τη βιομηχανική αναγέννηση. Η Ελλάδα, με τις ήδη αποδεδειγμένες δυνατότητες δεν ξεκινά από το μηδέν. «Το επόμενο βήμα δεν απαιτεί ανακάλυψη, αλλά απόφαση – να ενεργοποιηθεί ένα εθνικό σχέδιο που θα εντάσσει τη γεωθερμία στον ενεργειακό σχεδιασμό», σημειώνουν άνθρωποι της αγοράς.
Διαβάστε ακόμη